Φωτογραφίες εκδήλωσης διαμαρτυρίας

img_1241083668_954_sm.jpg

Newsletter

Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα τα Ενημερωτικά Δελτία που έχουν αποσταλεί μέχρι στιγμής και αφορούν στην υπόθεση της Lehman Brothers
Υπόθεση της Lehman απειλεί το επενδυτικό τοπίο στη Μ. Βρετανία Εκτύπωση E-mail
ΛΟΝΔΙΝΟ (Dow Jones) – Η εκτίμηση ότι μία υπόθεση στην οποία εμπλέκεται η Lehman Brothers International Europe (LBIE) μπορεί να οδηγηθεί στο ανώτατο δικαστήριο της Μ. Βρετανίας έχει εγείρει ανησυχίες αναφορικά με την ασφάλεια των κεφαλαίων των πελατών που διατηρούν επενδυτικές τράπεζες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν φόβοι για το ενδεχόμενο οι θεσμικοί επενδυτές  να «περιφρονήσουν» τη χώρα.Ο δικαστικός αγώνας μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008 έχει εγείρει ερωτηματικά για το κάτω από ποιες ακριβώς συνθήκες διαχωρίζονται τα κεφάλαια των πελατών από εκείνα των τραπεζών στην περίπτωση χρεοκοπίας.
Οι κανόνες που διέπουν το διαχωρισμό καθορίζονται από την Αρχή Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών (FSA) μέσω του Client Assets Sourcebook ή CASS, το οποίο είναι σχεδιασμένο να προστατεύει τα χρήματα των πελατών. Προσφέρει μία «εναλλακτική προσέγγιση» στη διαχείριση χρημάτων πελατών που επιτρέπει στα κεφάλαια να μένουν σε λογαριασμούς της τράπεζας πριν διαχωριστούν. Το γεγονός αυτό έχει δημιουργήσει μία γκρι ζώνη για τους πελάτες όταν η τράπεζα που τα διατηρεί χρεοκοπήσει, πριν προχωρήσει στο σωστό διαχωρισμό των κεφαλαίων, όπως συνέβη με την LBIE.

Η δικαστική διαμάχη έχει τις ρίζες της σε μια φαινομενικά «ακίνδυνη» απόφαση που ελήφθη την Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου του 2008, όταν ο οίκος CRC Credit Fund Limited από το Λονδίνο αποφάσισε να αποσυρθεί από αρκετά σε αριθμό συμβόλαια forward ξένου συναλλάγματος με την LBIE, που είναι η βασική θυγατρική της Lehman Brothers στην Ευρώπη.

Η απόφαση να αποσυρθεί θα έπρεπε να είχε ενεργοποιήσει πληρωμή ύψους 52 εκατ. δολαρίων στο λογαριασμό των πελατών της CRC. Αντιθέτως, τα χρήματα δεν διαχωρίστηκαν και όταν η Lehman κατέρρευσε τέσσερις ημέρες μετά, τα χρήματα της CRC την ακολούθησαν.

Οι διοικητικές παραλήψεις της LBIE αναφορικά με το διαχωρισμό των χρημάτων των πελατών, όπως περιγράφεται από το δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Michael Briggs στην επακόλουθη δικαστική διαμάχη, ήταν «πραγματικά εντυπωσιακές».

Πάνω από τις παραβλέψεις της LBIE είναι οι κανόνες του CASS, που είναι «σχεδόν αθόρυβοι» ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών όταν πρόκειται για θέματα που προκύπτουν από μικτά funds, σύμφωνα με τον Briggs.

H PricewaterhouseCoopers, ως διαχειρίστρια της LBIE, ζήτησε καθοδήγηση από το δικαστήριο για το πώς θα έπρεπε να «διαβάσει» το CASS κατά τη διανομή των διαχωρισμένων χρημάτων πελατών της LBIE. Το βασικό ερώτημα που αντιμετωπίζει η PwC ήταν ποιοι πελάτες, βάσει των κανόνων του CASS, θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στα μετρητά που είχαν κρατηθεί από την LBIE πριν μπει σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης. Η PwC επίσης ήθελε να γνωρίζει αν η δεξαμενή των χρημάτων των πελατών θα μπορούσε να συμπληρωθεί από τις συνολικές μετοχές της LBIE.

Η PwC χρειαζόταν οι εκπρόσωποι των πελατών να αναπτύξουν επιχειρηματολογία για κάθε πλευρά. Η CRC – που έως εκείνη τη στιγμή είχε υπολογίσει ότι η LBIE χρωστούσε 76 εκατ. δολάρια – υποστήριξε εκ μέρους ενός γκρουπ πιστωτών, των οποίων τα κεφάλαια θα έπρεπε να είχαν διαχωριστεί αλλά δεν διαχωρίστηκαν, ότι θα έπρεπε να είχαν πρόσβαση στα χρήματα.

Το επί μέρους fund της GLG Investments PLC, European Equity Fund, πήρε το προβάδισμα για τους πελάτες υποστηρίζοντας ότι μόνο οι πελάτες των οποίων τα κεφάλαια είχα σωστά διαχωριστεί θα έπρεπε να λάβουν χρήματα από τη δεξαμενή των κεφαλαίων των πελατών, ενώ η μητρική της LBIE, Lehman Brothers Holdings Inc εκπροσώπησε τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές προσπαθώντας να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία από το να χρησιμοποιηθούν για την συμπλήρωση των κεφαλαίων των πελατών.

Η GLG κέρδισε την υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, όμως η CRC πέτυχε την αλλαγή της απόφασης στο Εφετείο. Αρκετά μέρη, όπως η LBIE, αναμένεται να ζητήσουν άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο για νέες προσφυγές. Καλούνται να πάνε κατευθείαν στο Ανώτατο Δικαστήριο από τη στιγμή που το Εφετείο αρνήθηκε να κάνει ένσταση κατά της απόφασης στις 26 Αυγούστου.

Η απόφαση του Εφετείου ουσιαστικά απαιτεί από την PwC να διενεργήσει πόρισμα για τον εντοπισμό των κεφαλαίων της CRC και των μελών της. Ο εντοπισμός των χρημάτων της CRC, και αυτών άλλων πελατών που είναι στην ίδια θέση, συνεπάγεται ψάξιμο σε χιλιάδες χιλιάδων συναλλαγών, μία διαδικασία για την οποία ο χρεόνος και το προσωπικό που απαιτείται δεν μπορεί ούτε να εκτιμηθεί στην παρούσα φάση, σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στο θέμα.

Εν μέρει, είναι οι πρακτικές της υποχρέωσης εντοπισμού που ώθησαν την PwC να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές. Ο διαχειριστής θέλει να διασφαλίσει ότι η ετυμηγορία θα επιβεβαιωθεί στο υψηλότερο επίπεδο πριν ξεκινήσει την εργασία εντοπισμού των κεφαλαίων, ωστόσο αυτό δεν θα είναι δυνατό δεδομένου του χρόνου που απαιτείται για τον εντοπισμό των χρημάτων της CRC και άλλων πελατών.

Το ακριβές χρηματικό ποσό που διακυβεύεται ασαφές. Περίπου 1 δισ. δολάρια παραμένουν στη διαχωρισμένη δεξαμενή της LBIE, ενώ επιπλέον 1 δις. δολάρια ενεπλάκησαν στην κατάρρευση στη γερμανική θυγατρική της Lehman, Bankhaus. Επίσης, έως και 8 δισ. δολάρια φτάνουν οι απαιτήσεις πελατών, σύμφωνα με τους ανεπίσημους υπολογισμούς του Matthew Cavanagh, γενικού συμβούλου της CRC στο Λονδίνο.

Οι υπολογισμοί του λαμβάνουν υπόψη τα 3 δισ. δολάρια που αναγνωρίζουν τα δικαστήρια ως απαιτήσεις θυγατρικών και έως και 3 δισ. δολάρια που πιστεύει ότι θα μπορούσαν να απαιτήσουν όσοι βρίσκονται σε ανάλογη θέση με την CRC, καθώς και τα 2,1 δισ. δολάρια που έχουν ήδη απαιτήσει οι πελάτες των οποίων τα κεφάλαια έχουν διαχωριστεί.

Τα νούμερα ωστόσο, είναι ζοφερά και οι υπολογισμοί του Cavanagh είναι πιθανό να είναι υπερβολικά υψηλοί, σύμφωνα με άτομο προσκείμενο στην υπόθεση. Μία ακόμη περιπλοκή είναι ότι η υπόθεση προχωρά βάσει «υποτιθέμενων γεγονότων», που σημαίνει ότι τα τελικά ποσά με τη σειρά τους, μπορούν να αμφισβητηθούν.

Οι συνήγοροι των διαφόρων funds που εμπλέκονται βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση για το πώς τα κεφάλαια που βρέθηκαν διαχωρισμένα θα πρέπει να διαιρεθούν. Ένα θέμα στο οποίο μπορούν να συμφωνήσουν,  αν και για διαφορετικούς λόγους, είναι ότι η υπόθεση και η αβεβαιότητα που την συνοδεύει μπορεί να ωθήσει τους επενδυτές να «αγνοήσουν» τη Μ. Βρετανία.

Όπως έχουν τα πράγματα, η συνεχιζόμενη νομική διαδικασία αφήνει τους θεσμικούς επενδυτές με την ασάφεια του πως θα μεταχειριστούν τα κεφάλαιά τους στην περίπτωση που μία άλλη επενδυτική τράπεζα καταρρεύσει, ή πόσο πολύ θα πρέπει να περιμένουν για να πάρουν μέρος ή το σύνολο των χρημάτων τους πίσω, εκτιμούν οι δικηγόροι.

Η FSA έχει ήδη εντοπίσει ορισμένες ανησυχίες σχετικά με το CASS και εξετάζει κάποιες αλλαγές που αναμένεται να εφαρμοστούν στο πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους. Μεταξύ των προτεινόμενων αλλαγών είναι η εφαρμογή μίας «ελεγχόμενης λειτουργίας», που θα διασφαλίζει ότι τα μεγάλα ιδρύματα έχουν ένα πρόσωπο υπεύθυνο για τα διαχωρισμένα κεφάλαια πελατών. Μεγαλύτερη διαφάνεια σχεδιάζεται για το πώς χρησιμοποιούνται τα χρήματα των πελατών και οι ελεγκτές αναμένεται να τεθούν υπό αυστηρό έλεγχο.

Ο Richard Sutcliffe, στέλεχος της FSA, αρμόδιος σε θέματα πελατών, δεν σχολίασε τη νομική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη, ωστόσο επισήμανε ότι οι κανόνες αναφορικά με την προστασία των χρημάτων των πελατών, εφαρμόζονται, σε διάφορες μορφές, από το 1986. Η αρχή – ότι τα χρήματα των πελατών παραμένουν των πελατών – δεν έχει αλλάξει «ούτε στο ελάχιστο», τόνισε.

«Η Lehman είναι ίσως η πιο περίπλοκη εταιρική χρεοκοπία στην ιστορία και οι πολυπλοκότητες ακόμη ανακαλύπτονται», σημείωσε ο Sutcliffe. «Δεν αποτελεί έκπληξη ότι βρίσκεται σε νομική διαδικασία… Ένας λογικός δικηγόρος μπορεί να καταλήξει σε διαφορετικές ερμηνείες του νόμου».

Παρά τις βελτιώσεις του CASS, οι πιέσεις που ασκούνται από άλλα χρηματοοικονομικά κέντρα μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τη Μ. Βρετανία. Η διαδικασία χρεοκοπίας της Lehman Brothers στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, έχει κινηθεί πιο γρήγορα για τους πελάτες της χρεοκοπημένης τράπεζας.

Ο Alex San Miguel, σύμβουλος της GLG στη Νέα Υόρκη, τόνισε ότι η αβεβαιότητα που προκάλεσε η υπόθεση στη Μ. Βρετανία καθιστά δυσμενή για τη χώρα την απόφαση του Εφετείου, συνεπώς οι κανόνες του CASS πρέπει να ξαναγραφτούν. Η υπόθεση είναι «πολύ σημαντική για τη Μ. Βρετανία», σημείωσε ο San Miguel.

Ο συνήγορος της CRC, Matthew Cavanagh το αμφισβητεί, υποστηρίζοντας ότι η κρίση του Εφετείου φέρνει βεβαιότητα καθώς προστατεύει τα συμβατικά δικαιώματα. Κατά την άποψή του, ενδεχόμενες νέες αγωγές θα μπορούσαν να αφήσουν την πόρτα ανοιχτή για άλλα χρηματοοικονομικά κέντρα να «απομακρύνουν ουσιαστικά την επιχείρηση από το Λονδίνο».

Ο Matthew Shankland, συνεργάτης της Weil Gotshal & Manges και σύμβουλος της μητρικής εταιρείας Lehman Brothers Holdings Inc, σημειώνει ότι οι κανόνες πρέπει να ερμηνεύονται όπως είναι, παρά τις δυσκολίες.

«Αν οι κανόνες είναι ελλιπείς, είναι ελλιπείς – το δικαστήριο δεν θα έπρεπε να μπει στον πειρασμό να προχωρήσει τόσο πολύ και να καλύψει αυτές τις ελλείψεις», υποστήριξε. Το πρόβλημα θα μπορούσε να διορθωθεί από τη νομοθεσία, πρόσθεσε.

Πηγή: Ηλεκτρονική Εφημερίδα "capital.gr", Δημοσιεύθηκε στις 07/09/2010
url: http://www.capital.gr/News.asp?id=1041799
 
< Προηγ.   Επόμ. >

Έκτακτες Ανακοινώσεις

© 2008 www.fpolites.gr